Δείτε επίσης: ἔτσι

  Ετυμολογία

επεξεργασία
έτσι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἔτσι < ἔτις με μετάθεση < αρχαία ελληνική οὕτως / οὑτωσί
άλλη, λιγότερο πιθανή εκδοχή < λατινική etsi (αν και)[1]

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ˈe.t͡si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: έ‐τσι

  Επίρρημα

επεξεργασία

έτσι

  1. (τροπικό επίρρημα) με αυτόν τον τρόπο
    έτσι θέλω να ανακτατεύεις τη μαγιονέζα: απαλά απαλά
    ※  Έσβησεν έτσι ανάλαφρα όπως ήρθε
    Μανόλης Αναγνωστάκης], ποίημα «Απροσδιόριστη χρονολογία», στίχος 4, συλλογή Εποχές
     συνώνυμα: ετσιδά, ετσαδά (ιδιωματικά, λαϊκότροπα)
  2. (οικείο) τζάμπα, χάρισμα
    δεν τ' αγόρασα! έτσι μου το' δωσαν, για διαφήμιση
  3. χωρίς αιτία
    —Γιατί παιδί μου κλαις; —Γιατί έτσι.
  4. (ποσοτικό επίρρημα)
    1. τόσο
      ※  Τήν ἐμορφιά ἔτσι πολύ ατένισα,
      ποῦ πλήρης εἶναι αὐτῆς ἡ ὅρασίς μου.
      Κωνσταντίνος Καβάφης, Ετσι πολύ ατένισα, στίχοι 1-2
    2. κάπως, ως έκφραση δισταγμού του ομιλητή στο να χαρακτηρίσει κάποιον ή κάτι
      σε βλέπω έτσι στεναχωρεμένη· συμβαίνει τίποτα;

Εκφράσεις

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Σύνδεσμος

επεξεργασία

έτσι

  1. (παρατακτικός, σε αφηγήσεις) ανακεφαλαιώνει τα προηγούμενα
    έτσι, παντρεύτηκαν, κι έζησαν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα
  2. (υποτακτικό) εισάγει υποθετικές προτάσεις: αν
    θα σε απολύσει έτσι και μάθει ότι θα συμμετέχεις στην απεργία
  3. (συμπερασματικός) → δείτε τη λέξη έτσι ώστε

Εκφράσεις

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

έτσι ουδέτερο άκλιτο[2]

  • (έναρθρο) το πείσμα
    έγινε το έτσι του

Εκφράσεις

επεξεργασία

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

έτσι αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  2. έτσι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας