Ελληνικά (el) Edit

  Ετυμολογία Edit

έτσι < μεσαιωνική ελληνική έτσι < έτις < αρχαία ελληνική οὕτως / οὑτωσί (ή < λατινική etsi (=αν και))

  ΠροφοράEdit

ΔΦΑ : /ˈɛ.ʦi/

  ΕπίρρημαEdit

έτσι

  1. (τροπικό) με αυτόν τον τρόπο
  2. (οικείο) τζάμπα, χάρισμα
  3. (ποσοτικό) τόσο

ΕκφράσειςEdit

  ΜεταφράσειςEdit

  ΟυσιαστικόEdit

έτσι άκλιτο, ίδιο σε όλα τα γένη

  1. (αργκό) (έναρθρο) πρόσωπο που υπονοείται
    ήρθε η έτσι και πήρε αυτά που του άφησες