Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αν < αρχαία ελληνική ἄν < ἐάν

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /'an/

  ΣύνδεσμοςΕπεξεργασία

αν και εάν

  1. (υποθετικός σύνδεσμος) εισάγει προϋπόθεση, ή συνθήκη
    Αν δε βρέχει, θα πάμε βόλτα.
  2. (στον πλάγιο λόγο) εισάγει ερώτηση, απορία ή αμφιβολία
    Με ρώτησε αν γνωρίζω κάτι σχετικά.
    Δεν ξέρω αν θέλω.
  3. (κυρίως στον προφορικό λόγο) αντί των όταν, μόλις, σαν, άμα
    Αν φτάσεις, πάρε με τηλέφωνο.

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία