Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τζάμπα < (άμεσο δάνειο) τουρκική çaba < αραβική (διάλεκτος) جبا (jabāˀ, δωρεάν) (επίσης, είδος φόρου)

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

τζάμπα και τσάμπα

  1. δωρεάν
    μοιράζουν τζάμπα πασατέμπο
  2. άδικα, μάταια, χωρίς αποτέλεσμα
    τζάμπα το κάνεις, ούτε καν θα το κοιτάξει!
    τζάμπα και βερεσέ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία