Δείτε επίσης: καί

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

και < αρχαία ελληνική καί

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : //
ΔΦΑ : /t͡ʃε/ (διαλεκτικό, όπως στα Κρητικά)

  ΣύνδεσμοςΕπεξεργασία

και (κι πριν από φωνήεν) συμπλεκτικός σύνδεσμος

  1. (συντακτικό) συνδέει κατά παράταξη όμοιες προτάσεις ή όμοιους όρους πρότασης
    φάγαμε και ήπιαμε καλά
  2. στην αρχή πρότασης ως μεταβατικός σύνδεσμος
    και να που ήρθε η ώρα να πάμε αυτό το ταξίδι
  3. επίσης, επιπλέον (δηλώνει προσθήκη)
    Θα ήθελα και ζεστή σοκολάτα πάνω στο παγωτό μου, σας παρακαλώ.
  4. ακόμη και (επιδοτικός)
    Και άρρωστος που ήταν, τίποτα δεν τον σταματούσε.
  5. (καθομιλουμένη) εκφράζει εναλλακτική επιλογή ή δυνητικότητα
  6. (αριθμητική) συν (για την αριθμητική πράξη της πρόσθεσης)
    δύο και δύο κάνουν τέσσερα
  7. (λογική) λογικός τελεστής που συνδέει
    ※  Παράδειγμα 1. Ο Γιάννης και η Μαρία είναι παντρεμένοι. [...] Πρώτη ερμηνεία: Ο Γιάννης και η Μαρία είναι παντρεμένοι μεταξύ τους. Δεύτερη ερμηνεία: Ο Γιάννης είναι παντρεμένος και η Μαρία είναι παντρεμένη. [...]
    Οι δύο διαφορετικές αυτές ερμηνείες οφείλονται στον ασαφή συνδετικό ρόλο που διαδραματίζει στη συγκεκριμένη πρόταση ο λογικός τελεστής ΚΑΙ. Δεν είναι σαφές από τη διατύπωση, αν ο τελεστής συνδέει δύο υποκείμενα μιας κύριας πρότασης (πρώτη ερμηνεία) ή αν συνδέει δύο υπονοούμενες κύριες προτάσεις (δεύτερη ερμηνεία).
    Διδακτικά βιβλία στο greek‑language.gr

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία