Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

και < αρχαία ελληνική καί

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : //

  ΣύνδεσμοςΕπεξεργασία

και (κι πριν από φωνήεν)

  1. συνδέει κατά παράταξη όμοιες προτάσεις ή όμοιους όρους πρότασης
    φάγαμε και ήπιαμε καλά
  2. στην αρχή πρότασης ως μεταβατικός σύνδεσμος
    Και να που ήρθε η ώρα να πάμε αυτό το ταξίδι.
  3. επίσης, επιπλέον (δηλώνει προσθήκη)
    Θα ήθελα και ζεστή σοκολάτα πάνω στο παγωτό μου, σας παρακαλώ.
  4. ακόμη και (επιδοτικός)
    Και άρρωστος που ήταν, τίποτα δεν τον σταματούσε.
  5. συν (για την αριθμητική πράξη της πρόσθεσης)
    δύο και δύο κάνουν τέσσερα
  6. (καθομιλουμένη) εκφράζει εναλλακτική επιλογή ή δυνητικότητα
    Αν θες πάρε και αυτό (συνήθως σημαίνει ότι κρατάς και το προηγούμενο, όμως δύναται να σημαίνει: «θα μπορούσες να επιλέξεις και αυτό», δηλαδή ένα μόνο αντικείμενο, απλώς δυνητικά εναλλακτικό. Θεωρείται προβληματική και ασαφής διατύπωση. Αποφεύγεται στον γραπτό λόγο. Σε νομικά κείμενα θεωρείται ανεπίτρεπτη η χρήση αυτή του και λόγω ασάφειας.


Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία