Αφρικάανς (af) Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

na (af)



Βενετικά (vec)Επεξεργασία

  ΆρθροΕπεξεργασία

na (vec)



Κουρδικά (ku) Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

na (ku)



Ουαλικά (cy)Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

na (cy)



Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /na/
na 

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

na (pl)

  1. σε (στον/στην/στο)
    • προς (τον/την/το)
    • πάνω ή μέσα σε (στον/στην/στο)

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • όταν δείχνει θέση συντάσσεται με τοπική (miejscownik)
    • coś znajduje się na stole/podłodze/ulicy - κάτι βρίσκεται στο τραπέζι/πάτωμα/δρόμο
  • όταν δείχνει κίνηση συντάσσεται με αιτιατική (biernik)
    • coś przemieszcza się na stół/podłogę/ulicę - κάτι μεταφέρεται(μετακινείται) στο τραπέζι/πάτωμα/δρόμο

Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

na < em + a

  ΣυγχώνευσηΕπεξεργασία

na (pt)



Τσεχικά (cs)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

na 

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

na (cs)

  1. σε (στον/στην/στο)
    • προς (τον/την/το)
    • πάνω ή μέσα σε (στον/στην/στο)



Φιλιππινέζικα (tl) Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

na (tl)