Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /æt/

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

at (en)

  1. σε, στον, στην, στο, στις (ώρα)
  2. κατά (τη διάρκεια)
  3. με

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

at (en)

  • συντομογραφία του at sign, το σύμβολο @



Αζεριανά (az) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

at < παλαιά τουρκική 𐱃 (at, άλογο)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɑt/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

at (az)

ΚλίσηΕπεξεργασία

Άλλες γραφέςΕπεξεργασία

Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

at < παλαιά τουρκική 𐱃 (at, άλογο)[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɑt/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

at (tr)

ΚλίσηΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. at - μονόγλωσσο τουρκικό Ετυμολογικό Λεξικό «Türkçe Etimolojik Sözlük» (2002) του Sevan Nişanyan