Δανικά (da)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

is (da)



Λατινικά (la) Επεξεργασία

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

is (la) - ea - id

ΚλίσηΕπεξεργασία

Οριστική Αντωνυμία
ενικός
πτώση αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική is ea id
γενική eius eius eius
δοτική ei ei ei
αιτιατική eum eam id
κλητική - - -
αφαιρετική eo ea eo
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ei/ii/i eae ea
γενική eorum earum eorum
δοτική eis/iis eis/iis eis/iis
αιτιατική eos eas ea
κλητική - - -
αφαιρετική eis/iis eis/iis eis/iis
(Οριστικές Αντωνυμίες)



Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Νορβηγικά (no) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

is (no)



Ολλανδικά (nl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

is 

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

is (nl)

  • κλιτή μορφή του ρήματος zijn, είναι
    mijn zoon is bij ons thuis - ο γιος μου είναι στο σπίτι μας



Σκοτικά γαελικά (gd) Επεξεργασία

  ΣύνδεσμοςΕπεξεργασία

is (gd)