Λατινικά (la) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

eo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *hey-. Συγγενές με το αρχαία ελληνική εἶμι

  ΡήμαΕπεξεργασία

eo

  1. έρχομαι
  2. πορεύομαι, πηγαίνω
  3. προσχωρώ
  4. φεύγω
  5. παρέρχομαι

ΚλίσηΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία