Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πορεύομαι < αρχαία ελληνική πορεύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

πορεύομαι

  1. βαδίζω, μετακινούμαι, οδεύω


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία