Δείτε επίσης: Ei

Εσθονικά (et) Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ei (et)



Λατινικά (la) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος αντωνυμίαςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

Οριστική Αντωνυμία
ενικός
πτώση αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική is ea id
γενική eius eius eius
δοτική ei ei ei
αιτιατική eum eam id
κλητική - - -
αφαιρετική eo ea eo
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ei/ii/i eae ea
γενική eorum earum eorum
δοτική eis/iis eis/iis eis/iis
αιτιατική eos eas ea
κλητική - - -
αφαιρετική eis/iis eis/iis eis/iis
(Οριστικές Αντωνυμίες)



Ολλανδικά (nl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ei 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ei (nl)



Παλαιά γαλλικά (fro)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ei θηλυκό

  1. μέλισσα
    δείτε τη λέξη ee



Φινλανδικά (fi) Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ei (fi)

ΑντώνυμαΕπεξεργασία