Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αυτός < αρχαία ελληνική αὐτός < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂ew (αὖ) + *to-

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ˈftɔs/

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

αυτός αρσενικό, αυτή θηλυκό, αυτό ουδέτερο

  1. (προσωπική) τρίτο ενικό πρόσωπο, → δείτε τη λέξη  εγώ
  2. (δεικτική) δηλώνει κάποιον ή κάτι που είναι τοπικά ή χρονικά κοντά
    Αυτοί που μπήκαν μόλις τώρα.
    Αυτό είναι το σπίτι μου.
    Μη με κοιτάς με αυτό το ύφος!
  3. (οριστική) δηλώνει έμφαση και σημαίνει ο ίδιος
    Αυτό λέω κι εγώ.
    • με άρθρο
      το αυτό επιθυμώ και για σας
    • όταν προηγείται "και"
      και αυτοί ακόμα δεν το γνώριζαν
    • ή επιτακτικά όταν ακολουθεί "ο ίδιος"
      μ' αυτά τα ίδια του τα χέρια

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

Προσωπικές αντωνυμίες
Α' πρόσωπο Β' πρόσωπο Γ' πρόσωπο
ενικός
Πτώση αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική εγώ εσύ αυτός & τος αυτή & τη αυτό & το
γενική εμένα & μου εσένα & σου αυτού & του αυτής & της αυτού & του
αιτιατική εμένα & με εσένα & σε αυτόν & τον αυτή(ν) & τη(ν) αυτό & το
κλητική - εσύ - - -
πληθυντικός
ονομαστική εμείς εσείς αυτοί & τοι αυτές & τες αυτά & τα
γενική εμάς & μας εσάς & σας αυτών & τους αυτών & τους αυτών & τους
αιτιατική εμάς & μας εσάς & σας αυτούς & τους αυτές & τες/τις αυτά & τα
κλητική - εσείς - - -

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία