Δείτε επίσης: ἐμοῦ

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. εμού (αντωνυμία) < αρχαία ελληνική ἐμοῦ
  2. εμού (το πτηνό) < ίσως από το πορτογαλικό ema (στρουθοκάμηλος), ίσως από τα αραβικά.

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /eˈmu/

  Κλιτικός τύπος αντωνυμίαςΕπεξεργασία

εμού

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εμού ουδέτερο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία