Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

on (en)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία



Αζεριανά (az) Επεξεργασία

  ΑριθμητικόΕπεξεργασία

on (az)



Βασκικά (eu) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

on (eu)



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

on 

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

on (fr)

  • προσωπική αντωνυμία γ' ενικού προσώπου
    1. « ο κόσμος » (αντιστοιχεί στο αγγλικό one, το γερμανικό Man, κ.α.
    2. (οικείο) εμείς (τυχόν επίθετα που το ακολουθούν συντάσσονται είτε στον ενικό είτε στον πληθυντικό)



Καταλανικά (ca) Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

on (ca)



Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

on 

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

on (pl) αρσενικό



Σερβικά (sr) Επεξεργασία

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

on (sr)

  • λατινική γραφή του он



Σερβοκροατικά (sh)Επεξεργασία

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

on (sh)



Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

  ΑριθμητικόΕπεξεργασία

on (tr)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Τουρκμενικά (tk)Επεξεργασία

  ΑριθμητικόΕπεξεργασία

on



Τσεχικά (cs)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

on 

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

on (cs)



Φινλανδικά (fi) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

on (fi)

  • είναι, γ' ενικό πρόσωπο του ενεστώτα του ρήματος olla