Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δέκα < αρχαία ελληνική δέκα

  ΑριθμητικόΕπεξεργασία

δέκα

  1. απόλυτο αριθμητικό (10)· έπεται του εννέα (9) και προηγείται του έντεκα (11)

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

  1. σχολικός βαθμός· στο δημοτικό σχολείο είναι το άριστα, ενώ στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι η βάση.
  2. ένα από τα χαρτιά της τράπουλας.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία