Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δεκαπλός < αρχαία ελληνική δεκαπλοῦς

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δεκαπλός, -ή, -ό

  1. (πολλαπλασιαστικό αριθμητικό)
    1. που αποτελείται από δέκα όμοια τμήματα ή φάσεις
    2. που εμφανίζεται με δέκα διαφορετικές μορφές
  2. δεκαπλάσιος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία