Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

τες < → λείπει η ετυμολογία

  Κλιτικός τύπος άρθρουΕπεξεργασία

τες

  1. (ιδιωματικό) μορφή του τις (τοπική, ποιητική, ομοιοκαταληκτική)
    δεν ειν' εύκολες οι θύρες εάν η χρεία τες κουρταλεί
    βελτίωσέ τες (χάριν ευφωνίας)