Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος αντωνυμίαςΕπεξεργασία

σου

  Κλιτικός τύπος αντωνυμίαςΕπεξεργασία

σου

  • προσωπική αντωνυμία δευτέρου προσώπου σε γενική (ονομαστική εσύ)· χρησιμοποιείται ως έμμεσο αντικείμενο
    τι σου είπε ο αδελφός μου;

  Ουσιαστικό 1Επεξεργασία

σου ουδέτερο άκλιτο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

σου ουδέτερο άκλιτο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία