Δείτε επίσης: σοῦ

Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

σου (αντωνυμία) < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σοῦ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /su/ (άτονο)

  Κλιτικός τύπος αντωνυμίας 1Επεξεργασία

σου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

σου (αντωνυμία): αδύνατος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας εγώ στη γενική ενικού [1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsu/ (τονισμένο)

  Κλιτικός τύπος αντωνυμίας 2Επεξεργασία

σου

  • προσωπική αντωνυμία δεύτερου προσώπου στη γενική ενικού (ονομαστική εσύ)· χρησιμοποιείται ως έμμεσο αντικείμενο
    τι σου είπε ο αδελφός σου;

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 3Επεξεργασία

σου < (λόγιο δάνειο) γαλλική chou

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsu/ (τονισμένο)

  Ουσιαστικό 1Επεξεργασία

σου ουδέτερο άκλιτο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 4Επεξεργασία

σου < σ + ⟨ου⟩ για προφορική απαγγελία όπως και τα βου, γου

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsu/ (τονισμένο)

  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

σου ουδέτερο άκλιτο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Αντωνυμίες - Χατζησαββίδης Σωφρόνης. Χατζησαββίδου Αθανασία. Γραμματική νέας ελληνικής γλώσσας Γυμανσίου

  ΠηγέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος αντωνυμίαςΕπεξεργασία

σου

ΚλίσηΕπεξεργασία

η προσωπική αντωνυμία
  α' πρόσωπο β' πρόσωπο γ' πρόσωπο
πτώσεις ενικός
ονομαστική ἐγώ σύ
γενική ἐμοῦ, μου σοῦ, σου (οὗ)
δοτική ἐμοί, μοι σοί, σοι οἷ, οἱ
αιτιατική ἐμέ, με σέ, σει ()
κλητική (οὗτος) (αὕτη)
πτώσεις πληθυντικός
ονομαστική ἡμεῖς ὑμεῖς (σφεῖς)
γενική ἡμῶν ὑμῶν (σφῶν)
δοτική ἡμῖν ὑμῖν (σφίσι(ν))
αιτιατική ἡμᾶς ὑμᾶς (σφᾶς)
κλητική
πτώσεις δυϊκός
α' πρόσωπο β' πρόσωπο γ' πρόσωπο
ονομαστ.αιτιατ. νώ, νῶϊ σφώ, σφῶϊ
γενική-δοτική νῷν σφῷν
Παράρτημα:Γραμματική: Αντωνυμίες