Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σίγμα σίγματα
γενική σίγματος σιγμάτων
αιτιατική σίγμα σίγματα
κλητική σίγμα σίγματα

όμως και άκλιτο

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σίγμα < αρχαία ελληνική σίγμα / σῖγμα < σίζω + -μα < ηχομιμητική λέξη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σίγμα ουδέτερο άκλιτο ή κλιτό
εναλλακτικός πληθυντικός και σίγματα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • τα ’πε με το νι και με το σίγμα: για κάτι που μεταφέρεται λεπτομερώς, όπως ακριβώς ειπώθηκε ή διαδραματίσθηκε, με πιστή αναπαραγωγή.
Η φράση σχηματίστηκε όταν στα σχολεία οι δάσκαλοι ζητούσαν πλήρη άρθρωση των λέξεων όπως π.χ. παιδίον και πόλις, δηλαδή με το τελικό σίγμα και το τελικό νι, όχι όπως προφέρονταν στην δημοτική, παιδί και πόλη)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία