Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δίγαμμα < (λόγιο) ελληνιστική κοινή δίγαμμα[1] < αρχαία ελληνικά (δίς) δί- + γάμμα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈði.ɣa.ma/
συλλαβισμός: δί‐γαμ‐μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δίγαμμα ουδέτερο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία