Arrows blue.png Δείτε επίσης: κάππα, κόππα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάπα < αρχαία ελληνική κάππα

  Ουσιαστικό 1Επεξεργασία

κάπα ουδέτερο άκλιτο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάπα < ιταλική cappa

  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κάπα οι κάπες
      γενική της κάπας των καπών
    αιτιατική την κάπα τις κάπες
     κλητική κάπα κάπες
Παράρτημα

κάπα θηλυκό

  1. χοντρό μάλλινο πανωφόρι, με κουκούλα και χωρίς μανίκια, χαρακτηριστικό χειμερινό ένδυμα βοσκών και χωρικών
  2. γυναικείο φαρδύ πανωφόρι χωρίς μανίκια, η μπέρτα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία