Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πανωφόρι τα πανωφόρια
      γενική του πανωφοριού των πανωφοριών
    αιτιατική το πανωφόρι τα πανωφόρια
     κλητική πανωφόρι πανωφόρια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πανωφόρι < μεσαιωνική ελληνική πανωφόρι < αρχαία ελληνική ἐπάνω + φέρω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pa.noˈfo.ɾi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πα‐νω‐φό‐ρι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πανωφόρι ουδέτερο

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία