Δείτε επίσης: παλτόν, πλατό

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το παλτό τα παλτά
      γενική του παλτού των παλτών
    αιτιατική το παλτό τα παλτά
     κλητική παλτό παλτά
γενική ενικού του παλτού[1] [2] και του παλτό[1][2] (άκλιτο),
ονομαστική, αιτιατική & κλητική πληθυντικού: τα παλτά[1] [2] και τα παλτό[1] [2] (άκλιτο)
όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
ένα παλτό

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παλτό < ιταλική paltò[2] < γαλλική paletot[1] [2] < μέση αγγλική paltok

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παλτό ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. 
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 «παλτό» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.