Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαντό < γαλλική manteau

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαντό ουδέτερο άκλιτο

  • γυναικείο παλτό, σχετικά ελαφρύ και κοντό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία