Ετυμολογία

επεξεργασία
παλτόν < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου παλτός. Εννοείται το ουδέτερο ουσιαστικό δόρυ. (για το παλτὸν πῦρ → δείτε τη λέξη παλτός)

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

παλτόν, -οῦ ουδέτερο

Δείτε επίσης

επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτου

επεξεργασία

παλτόν

  1. αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του παλτός
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του παλτός