Ετυμολογία

επεξεργασία
εξακοντίζω < λείπει η ετυμολογία

εξακοντίζω

  1. ρίχνω με ορμή, εκτινάσσω, βάλλω εξ αποστάσεως
  2. (μεταφορικά) απευθύνω λόγο με βιαιότητα

  Μεταφράσεις

επεξεργασία