Arrows blue.png Δείτε επίσης: αήρ

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ήρ έρες
Γενική έρος έρων
Δοτική έρι έρσι(ν)
Αιτιατική έρα έρας
Κλητική ήρ έρες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀήρ < *ἀϝήρ < ἄω ή ἄημι (πνέω/φυσώ, πλήττομαι από τον άνεμο) ή από το ἀείρω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀήρ αρσενικό

  • ο αέρας. Αρχικά ο ἀήρ ήταν το αντίθετο της λέξης "αἰθήρ" (αιθέρας) και σήμαινε τον σκοτεινό και ζοφερό άνεμο ή τον πυκνό αέρα και τη βαριά ατμόσφαιρα, αργότερα όμως χρησιμοποιήθηκε για τον αέρα γενικά

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

στον Όμηρο και στον Ησίοδο ἡ ἠήρ (θηλ.) και αργότερα ὁ ἠήρ (αρσ.)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • ἠερόεις ἠερόεσα, ἠερρόεν (συννεφιασμένος, ζοφερός)
    ἠερόθεν (από τον άνεμο)
    ἠεριος (εκτεθειμένος στον αέρα, αλλά και πρωινός)
    ἀείρομαι (αιωρούμαι)
    ἀητέομαι (ίπταμαι, πετώ)
    ἀερώδης (επίθετο για είδη που ζουν στον αέρα)
    ἀήτης (θύελλα)
    ἄητος (επίθετο, ορμητικός)
    ἄημα (ισχυρό φύσημα)
    ἄηση (πνοή)
    ἄελλα (ανεμοστρόβιλος)
    Ἀελλώ (μια από τις ΄Αρπυιες)
    ἀελλαῖος (θυελλώδης)
    αὔρα (δροσερός αέρας, αέρας σε κίνηση)
    ἀϋτέω (φωνάζω, αντηχώ)


ΣύνθεταΕπεξεργασία

  • ἠερόφωνος (μεγαλόφωνος)
    ἠεροδίνης (περιδινούμενος στον αέρα)
    ἠεροειδής (νεφελλώδης, γκριζος)
    ἀεροβατέω (αεροβατώ)
    ἀερομετρέω (χάνομαι σε άχρηστους υπολογισμούς)
    ἀεροδρόμος (π.χ. το πουλί που διατρέχει τον αέρα)
    ἀερόμυθος (αερολόγος, φλύαρος)
    ἀερονηχής (αυτός που κολυμπά στον αέρα)
    ἀελλόπους (ταχύς στα πόδια)
    ἀελλόθριξ (αναμαλλιασμένος)
    ἀελλοδρόμας (ταχύς σαν θύελλα)

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • εύχρηστος στα αρχαία ελληνικά είναι μόνο ο ενικός