Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική αἰθήρ αἰθέρες
Γενική αἰθέρος αἰθέρων
Δοτική αἰθέρι αἰθέρσι(ν)
Αιτιατική αἰθέρα αἰθέρας
Κλητική αἰθήρ αἰθέρες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αἰθήρ < αἴθω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂eydʰ-: καίω, φλέγω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αἰθήρ αρσενικό ή θηλυκό

  ΠηγέςΕπεξεργασία