Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φλέγω < αρχαία ελληνική φλέγω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bʰel- (καίω, λάμπω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

φλέγω, ενεργητική μετοχή: φλέγων, παθητική φωνή: φλέγομαι,

  • (μεταφορικά) καίω, πυρπολώ, προκαλώ έντονα συναισθήματα
    το παράδειγμα των ηρώων αυτών φλέγει τις καρδιές μας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία