Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άλφα < αρχαία ελληνική ἄλφα < φοινικική 𐤀𐤋𐤐 (a-l-p) (=χιλιάδα) < 𐤀 (ʾaleph) < πρωτοσιναϊτικό ιερογλυφικό
 
(αρχαία αιγυπτιακά 𓃾)

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • προέρχεται από το πρώτο σύμβολο του φοινικικού αλφαβήτου, που είχε το γραμμικό σχήμα ⊄, δηλαδή περίπου το σχήμα της κεφαλής του ταύρου και ονομαζόταν άλεφ, δηλαδή ταύρος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

άλφα ουδέτερο άκλιτο

  • το πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου (α, κεφαλαίο: Α)
  • βασικός

Παράδειγμα: Για να μπορέσουμε να συζητήσουμε και να λύσουμε τις διαφορές μας, είναι απαραίτητο να μου δείξεις έναν άλφα σεβασμό.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία