Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
αλφάδι (φυσαλίδας)
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αλφάδι τα αλφάδια
      γενική του αλφαδιού των αλφαδιών
    αιτιατική το αλφάδι τα αλφάδια
     κλητική αλφάδι αλφάδια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλφάδι < μεσαιωνική ελληνική ἀλφάδιον, υποκοριστικό του ἄλφα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αλφάδι ουδέτερο

  1. παλαιότερο εργαλείο, σε σχήμα κεφαλαίου άλφα, το οποίο είχε κρεμασμένο από την κορφή ένα νήμα της στάθμης βοηθώντας με αυτόν τον τρόπο να βρεθεί αν μία επιφάνεια είναι οριζόντια
  2. (γενικότερα) κάθε εργαλείο που χρησιμεύει για να δείχνει εάν μια επιφάνεια είναι οριζόντια
  3. (ειδικότερα) αλφάδι με φυσαλίδα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία