Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρο < αρχαία ελληνική ῥῶ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ρο ουδέτερο άκλιτο

  1. το δέκατο έβδομο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (ρ, κεφαλαίο: Ρ). (Ν.Ελληνικής)

Γράφεται επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία