Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κεφαλαίο < κεφαλαίος < κεφαλή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κεφαλαίο ουδέτερο

  1. το γράμμα που έχει μεγάλο ύψος· το καθένα από τα γράμματα Α, Β, Γ, κλπ, σε αντίθεση με τα μικρά ή πεζά α, β, γ κ.λπ.

  Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία
  • αρκτικοκεφαλαιώνω (α. γράφω με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα, β. μετατρέπω λέξη σε κύριο όνομα)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία