Δείτε επίσης: Ι

Αυτή η σελίδα είναι για το λατινικό I. Για το ελληνικό, δείτε Ι.

Διεθνείς όροιΕπεξεργασία

  ΣύμβολοΕπεξεργασία

  1. (χημεία) το διεθνές σύμβολο του ιωδίου (iodine)
  2. ρωμαϊκό αριθμητικό: 1 ένα
  3. (βιοχημεία) σύμβολο του αμινοξέος ισολευκίνη. Συντομογραφείται και ως Ile



Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : //

  ΣύμβολοΕπεξεργασία

I (en) κεφαλαίο (πεζό i)

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

I (en) (ονομαστική ενικού, α' προσώπου αιτιατική: me, αυτοπαθής: myself, κτητική αντωνυμία: mine, κτητικός προσδιοριστής: my)

  1. (προσωπική αντωνυμία) εγώ
    I found it.
    Εγώ το βρήκα/Το βρήκα.
  2. (προσωπική αντωνυμία) μου στη φράση «μου αρέσει»
    I like the song a lot.
    Μου αρέσει πολύ το τραγούδι.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία



Αζεριανά (az)Επεξεργασία

  ΣύμβολοΕπεξεργασία

I

  • (γράμμα) παρωχημένο γράμμα του αζεριανού αλφάβητου
Αζεριανό αλφάβητο
Αραβικό Λατινικό Κυριλικό Λατινικό IPA
—1918 1918—-1939 1958—-1991 1991—
I i И и İ i
ΔΦΑ : /ɪ/



Λατινικά (la)Επεξεργασία

  ΣύμβολοΕπεξεργασία

I (la)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • (Χρειάζεται επεξεργασία)