Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χημικό σύμβολο < → δείτε τις λέξεις: χημικός και σύμβολο

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

χημικό σύμβολο ουδέτερο

  1. (χημεία) ένας κωδικός ενός ή δυο λατινικών γραμμάτων που χρησιμοποιείται για να συμβολίσουν ένα χημικό στοιχείο
    Το χημικό σύμβολο του χλωρίου είναι το Cl.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία