Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο χημικός οι χημικοί
      γενική του χημικού των χημικών
    αιτιατική τον χημικό τους χημικούς
     κλητική χημικέ χημικοί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χημικός < χημ-εία + -ικός


  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /çi.mi.ˈkɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χημικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται στην επιστήμη της χημείας και τα υλικά σώματα από τη σκοπιά που τα εξετάζει η επιστήμη αυτή
    χημικό εργαστήριο, χημικές ιδιότητες


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χημικός αρσενικό

  1. ο επιστήμονας που ασχολείται με τη χημεία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία