Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική κωδικός κωδική κωδικό
γενική κωδικού κωδικής κωδικού
αιτιατική κωδικό κωδική κωδικό
κλητική κωδικέ κωδική κωδικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κωδικοί κωδικές κωδικά
γενική κωδικών κωδικών κωδικών
αιτιατική κωδικούς κωδικές κωδικά
κλητική κωδικοί κωδικές κωδικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

κωδικός < κώδικας

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κωδικός

  • που ανήκει ή αναφέρεται στον κώδικα
    κωδική λέξη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κωδικός αρσενικό

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΥπώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία