Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κωδικός πρόσβασης < → δείτε τις λέξεις κωδικός και πρόσβαση < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική password, passcode

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

  • (πληροφορική) εν συντομία κωδικός: ακολουθία συμβόλων πληκτρολογίου συσκευής, γνωστή μόνο από συγκεκριμένο κάτοχο ενός ονόματος χρήστη (username), που του επιτρέπει την σύνδεση σε υπολογιστή ή τερματικό και γενικότερα την είσοδό του σε περιορισμένο για άλλους εικονικό ή πραγματικό χώρο
    ※  Μπορείτε να αποκτήσετε ηλεκτρονικά κωδικούς πρόσβασης TAXISnet, έτσι ώστε να έχετε πρόσβαση στις φορολογικές υπηρεσίες της ΑΑΔΕ καθώς και σε ένα πλήθος υπηρεσιών της δημόσιας διοίκησης.[1]
    ※  Χρησιμοποιείτε πάντοτε ισχυρούς κωδικούς πρόσβασης που συνδυάζουν κεφαλαία με πεζά γράμματα, αριθμούς και σύμβολα. Οι απλοί κωδικοί πρόσβασης δεν συνδυάζουν αυτά τα στοιχεία. Ισχυρός κωδικός πρόσβασης: Y6dh!et5. Απλός κωδικός πρόσβασης: House27. [2]

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΥπώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία