Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κλειδάριθμος οι κλειδάριθμοι
      γενική του κλειδαρίθμου
& κλειδάριθμου
των κλειδαρίθμων
& κλειδάριθμων
    αιτιατική τον κλειδάριθμο τους κλειδαρίθμους
& κλειδάριθμους
     κλητική κλειδάριθμε κλειδάριθμοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κλειδάριθμος < → δείτε τις λέξεις κλειδί και αριθμός < κωδικός αριθμός σε ρόλο (εικονικού) κλειδιού που επιτρέπει την είσοδο σε αποκλειστικά προσωπικό δικτυακό χώρο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κλειδάριθμος αρσενικό

  1. (πληροφορική), (διαδίκτυο) μοναδικός αριθμός ταυτοποίησης με το πρόσωπο ενός ατόμου, ο οποίος του επιτρέπει να έχει πρόσβαση ηλεκτρονικά στα φορολογικά του μέσω του ίντερνετ
    Η χορήγηση κλειδαρίθμου ηλεκτρονικά γίνεται κατόπιν πιστοποίησης ότι είστε κάτοχος του αριθμού κινητού τηλεφώνου που θα δηλώσετε, από την τράπεζα ή τον πάροχο κινητής τηλεφωνίας σας.[1]
  2. (πληροφορική) passkey: ο κωδικός πρόσβασης για ειδική χρήση, που έχει δικαίωμα στη δημιουργία και μεταβολή του ονόματος χρήστη (username) και τού κωδικού πρόσβασής του (password)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία