Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αμινοξύ < μεταφραστικό δάνειο πιθανόν από το amino acid ή από το πιο παλιό Aminosäure < αμίνη + οξύ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αμινοξύ ουδέτερο, (πληθυντικός: αμινοξέα)

  1. (χημεία) οργανική ένωση που περιέχει μία ή περισσότερες αμινομάδες (-ΝΗ2) και ένα ή περισσότερα καρβοξύλια (-COOH). Βασικό στοιχείο των πρωτεϊνών. Υπάρχουν πάνω από 500 φυσικά αμινοξέα (από το 2001, και μη φυσικά)
  2. (βιοχημεία) Μόνο 20 (ή 22) αμινοξέα (πρωτεϊνογενετικά) εμφανίζονται στο γενετικό κώδικα, τα κύτταρα, και είναι κρίσιμα για την υγεία ζώντων οργανισμών.

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία