Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αμινομάδα οι αμινομάδες
      γενική της αμινομάδας των αμινομάδων
    αιτιατική την αμινομάδα τις αμινομάδες
     κλητική αμινομάδα αμινομάδες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αμινομάδα < αμίνη + ομάδα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αμινομάδα ουδέτερο

  1. (χημεία): η χαρακτηριστική ομάδα αζωτούχων οργανικών ενώσεων του τύπου NH2 ή -NH- ή >Ν-, που θεωρητικά προέρχεται από την αντικατάσταση τουλάχιστον ενός ατόμου υδρογόνου αμμωνίας με υδρογονάνθρακα.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία