Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αμινομάδα οι αμινομάδες
      γενική της αμινομάδας των αμινομάδων
    αιτιατική την αμινομάδα τις αμινομάδες
     κλητική αμινομάδα αμινομάδες
όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αμινομάδα < αμιν- + ομάδα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αμινομάδα ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία