Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οξύ οξέα
γενική οξέος οξέων
αιτιατική οξύ οξέα
κλητική οξύ οξέα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οξύ < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: ὀξύς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οξύ ουδέτερο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

οξύ

  1. οξύς, στη γενική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού
  2. ουδέτερο του οξύς, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού