Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κατιόν τα κατιόντα
      γενική του κατιόντος των κατιόντων
    αιτιατική το κατιόν τα κατιόντα
     κλητική κατιόν κατιόντα
Κατηγορία όπως «παρόν» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατιόν < αγγλική cation < αρχαία ελληνική κατιόν, ουδέτερο μετοχής του κάτειμι < εἶμι (αντιδάνειο)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κατιόν ουδέτερο

  1. (φυσική) θετικά φορτισμένο ιόν, που έλκεται από την κάθοδο κατά την ηλεκτρόλυση εξ ου και η ονομασία του
  2. (συνεκδοχικά) οποιοδήποτε άτομο ή ομάδα ατόμων που φέρουν θετικό φορτίο

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία