Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κατιών
κατιόντας
η κατιούσα το κατιόν
      γενική του κατιόντος
κατιόντα
της κατιούσας
κατιούσης*
του κατιόντος
    αιτιατική τον κατιόντα την κατιούσα το κατιόν
     κλητική κατιών
κατιόντα
κατιούσα κατιόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κατιόντες οι κατιούσες τα κατιόντα
      γενική των κατιόντων των κατιουσών των κατιόντων
    αιτιατική τους κατιόντες τις κατιούσες τα κατιόντα
     κλητική κατιόντες κατιούσες κατιόντα
Οι αρχαίες καταλήξεις: -ών, -οῦσα, -όν
Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές.
* παλιότερος λόγιος τύπος
ομάδα «παρών» Κατηγορία όπως «παρών» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατιών < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατιών < μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κάτειμι < (κατά) κατ- + εἶμι

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.tiˈon/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κα‐τι‐ών

  ΜετοχήΕπεξεργασία

κατιών, -ούσα, -όν

  1. ο κατερχόμενος, που κατεβαίνει, αυτός που ακολουθεί φθίνουσα πορεία, και όταν αυτή είναι χρονική, σημαίνει κατά σειρά τους επόμενους
    άλλες μορφές: κατιόντας
  2. (φυσική, ουσιαστικοποιημένο) κατιόν: ιόν με θετικό ηλεκτρικό φορτίο που πάει προς την κάθοδο κατά τη διαδικασία της ηλεκτρόλυσης
     αντώνυμα: ανιόν

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

ζητούμενο λήμμα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατιών: μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κάτειμι < ({{λ|κατά|grc) κατ- + εἶμι