Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατα- < αρχαία ελληνική κατα-

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

κατα-

  1. τελείως ή σε υπερβολικό βαθμό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατα- < πρόθεση κατά

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

κατα-