Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική υπερβολικός υπερβολική υπερβολικό
γενική υπερβολικού υπερβολικής υπερβολικού
αιτιατική υπερβολικό υπερβολική υπερβολικό
κλητική υπερβολικέ υπερβολική υπερβολικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υπερβολικοί υπερβολικές υπερβολικά
γενική υπερβολικών υπερβολικών υπερβολικών
αιτιατική υπερβολικούς υπερβολικές υπερβολικά
κλητική υπερβολικοί υπερβολικές υπερβολικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπερβολικός < ελληνιστική κοινή ὑπερβολικός < ὑπέρ + βάλλω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υπερβολικός, -ή, -ό

  1. που ξεπερνά τα συνηθισμένα όρια ως προς την ποσότητα ή την ένταση
    στο κέντρο έχει συνήθως υπερβολική φασαρία
    • μεγαλύτερος από το επιτρεπτό ή από το ανεκτό
      πέθανε από υπερβολική χρήση ναρκωτικών
  2. (για πρόσωπο) που υπερβάλλει μιλώντας
    μη γίνεσαι υπερβολικός
  3. που αναφέρεται στη γεωμετρική υπερβολή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία