Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υπερβολή οι υπερβολές
      γενική της υπερβολής των υπερβολών
    αιτιατική την υπερβολή τις υπερβολές
     κλητική υπερβολή υπερβολές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπερβολή < αρχαία ελληνική ὑπερβολή < ὑπερβάλλω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
η υπερβολή ως κωνική τομή

υπερβολή θηλυκό

  1. η ενέργεια του υπερβάλλω· η υπέρβαση του μέτρου
    η υπερβολη στο φαγητό και το πιοτό μπορεί να αποδειχτεί επιζήμια για την υγεία
    όλοι στολίζουμε το σπίτι μας την περίοδο των Χριστουγέννων, αλλά καλό είναι να αποφεύγουμε τις υπερβολές
  2. (γραμματική) σχήμα λόγου κατά το οποίο περιγράφεται κάτι με χαρακτηριστικό μεγαλύτερο, πιο έντονο, πιο δυνατό κλπ. από όσο πραγματικά έχει, για να δοθεί έμφαση στο χαρακτηριστικό εκείνο
    • ανακριβής μεγέθυνση συστατικών νοημάτων περιγραφής
    • (μεταφορικά) μεταφορική χρήση για έμφαση
    Θα μπορούσα να κοιμάμαι για βδομάδες λόγω υπερκόπωσης χωρίς υπερβολή!
  3. (μαθηματικά) καμπύλη στο καρτεσιανό επίπεδο που αποτελείται από τα σημεία που ικανοποιούν την εξίσωση
     
με τη συνθήκη  

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία