Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καμπύλη οι καμπύλες
      γενική της καμπύλης των καμπυλών
    αιτιατική την καμπύλη τις καμπύλες
     κλητική καμπύλη καμπύλες
Γενική πληθυντικού: Κάποιοι ομιλητές προτιμούν τον τύπο καμπύλων
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καμπύλη < αρχαία ελληνική καμπύλη, ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου καμπύλος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kamˈbi.li/
συλλαβισμός: κα‐μπύ‐λη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καμπύλη θηλυκό

  1. γραμμή που δεν περιέχει καθόλου ευθύγραμμα τμήματα, όπως συμβαίνει πχ με το τόξο κύκλου ή έλλειψης, την υπερβολή και την παραβολή
  2. η γραμμή που παρουσιάζει σε μια γραφική παράσταση τις τιμές που παίρνει ένα μέγεθος σε συνάρτηση με ένα άλλο
  3. (στον πληθυντικό) τα σημεία του γυναικείου σώματος που παρουσιάζουν έντονη καμπυλότητα και είναι ελκυστικά από σεξουαλική άποψη, όπως είναι τα στήθη και οι γλουτοί
    γυναίκα με πλούσιες καμπύλες

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική καμπύλη καμπύλα καμπύλαι
Γενική καμπύλης καμπύλαιν καμπυλῶν
Δοτική καμπύλ καμπύλαιν καμπύλαις
Αιτιατική καμπύλην καμπύλα καμπύλας
Κλητική καμπύλη καμπύλα καμπύλαι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καμπύλη < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου καμπύλος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καμπῠ́λη θηλυκό