Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ισοβαρής καμπύλη οι ισοβαρείς καμπύλες
      γενική της ισοβαρούς καμπύλης των ισοβαρών καμπυλών
    αιτιατική την ισοβαρή καμπύλη τις ισοβαρείς καμπύλες
     κλητική ισοβαρής καμπύλη ισοβαρείς καμπύλες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ισοβαρής καμπύλη < → δείτε τις λέξεις ισοβαρής και καμπύλη

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.sɔ.vaˈɾis kamˈbi.li/

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

ισοβαρής καμπύλη θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Ισοβαρείς καμπύλες, στον Θησαυρό Μετεωρολογικών Όρων του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών