Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο χάρτης οι χάρτες
      γενική του χάρτη των χαρτών
    αιτιατική τον χάρτη τους χάρτες
     κλητική χάρτη χάρτες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χάρτης < αρχαία ελληνική χάρτης

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈxaɾ.tis/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χάρτης αρσενικό

  1. απεικόνιση, πάνω σε χαρτί, γεωγραφικών εννοιών

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική χάρτης χάρτα χάρται
Γενική χάρτου χάρταιν χαρτῶν
Δοτική χάρτ χάρταιν χάρταις
Αιτιατική χάρτην χάρτα χάρτας
Κλητική χάρτα χάρτα χάρται

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χάρτης < χαράσσω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ǵʰer- (χαράσσω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χάρτης αρσενικό

  1. φύλλο χαρτιού κατασκευασμένο από στρώματα παπύρων
  2. κάτι λεπτό, πλάκα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία