Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

plan < γαλλική plan

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /plæn/
plan 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
plan plans

plan (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας plan
γ΄ ενικό ενεστώτα plans
αόριστος planned
παθητική μετοχή planned
ενεργητική μετοχή planning

plan (en)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

plan 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
plan plans

plan (fr) αρσενικό

  1. ο χάρτης
     συνώνυμα: carte, charte
  2. το σχέδιο
  3. (μαθηματικά) το επίπεδο



Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

plan 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

plan (pl)αρσενικό

  1. σχέδιο, πλάνο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία